Sakafiora

Σεπτεμβρίου 4, 2008

Ο γύρος του κόσμου σε 80 στάσεις (και σε τρεις πράξεις – μέρος βού)

Filed under: Τσοντοσενάρια — sakafiora @ 11:30 μμ

Ο Πασπαρτού, πρακτικός άνθρωπος, είχε ξελιγωθεί να κοιτάει μια τους 45 μάστορες, μια τους 60 μαθητάδες τους 105 λεβέντες με τα στοιβαρά τους μπράτσα, τα κορμιά τους που τα ‘χε οργώσει το μυστρί και το καλέμι, τα σκαμένα από τον ήλιο προσωπά τους, τα ροζιασμένα από το πυλοφόρι χέρια τους, τις οργιωδώς γυμνασμένες πλάτες τους, τα βρεγμένα από τον ιδρώτα αμάνικα μπλουζάκια τους και τις σφρυγιλές δασύτριχες γάμπες τους, και να προσπαθεί να διαλέξει αρχικά τον ομορφότερο, μετά τον πιο άντρα, μετά τον πιο υγιή και τέλος τον πιο προικισμένο.

Ο Ψογκ, στεκόταν ανέμελος στην κουπαστή με τη χαίτη να ανεμίζει, είχε βάλει και τα μεταξωτά και φυσούσε (σε πείσμα της Μελίνας Κανά που όλο το έλεγε και ποτέ δεν το έκανε). Ο Καλεπέος, ως γνήσιος μπουνταλάς οικοδόμος τον έγδυνε με τα μάτια του, μα έτσι και του ριχνε καμμιά ματιά ο Ψογκ, γύριζε από την άλλη και σφύριζε αδιάφορος.

Αυτό θα συνεχιζόταν ες αεί, καθώς κανείς από τους δύο δεν είχε τα αρχίδια να κάνει την πρώτη κίνηση, αν δεν συνομωτούσε και πάλι η μοίρα.

Ενα ξαφνικό μπουρίνι ήρθε και έκανε το αερόστατο κώλος. Φυσούσε και έβρεχε κάθετα, πλάγια, οριζόντια, εντός, εκτός και επί τα αυτά με αποτέλεσμα το αερόστατο να περιφέρεται σαν ξεφουσκωμένο μπαλόνι και να χάνει επικύνδινα ύψος. Επρεπε να κερδίσουν ύψος, έπρεπε να χάσουν βάρος.

 

Ο Πασπαρτού, συνεπαρμένος από την προηγούμενη στατιστική έρευνα, προσπαθούσε να ανακαλύψει τον τροφαντότερο, τον ασχημότερο, τον λιγότερο προικισμένο και τον πιο ανεμικό για να τον πετάξει από την κουπαστή. Μα όποιον κι αν κοιτούσε από τους 105 λεβέντες με τα στοιβαρά τους μπράτσα, τα κορμιά τους που τα ‘χε οργώσει το μυστρί και το καλέμι, τα σκαμένα από τον ήλιο προσωπά τους, τα ροζιασμένα από το πυλοφόρι χέρια τους, τις οργιωδώς γυμνασμένες πλάτες τους, τα βρεγμένα από τον ιδρώτα αμάνικα μπλουζάκια τους και τις σφρυγιλές δασύτριχες γάμπες τους, κανέναν δεν ήθελε να χαραμίσει πριν γευτεί τις ερωτικές τους αποκρίσεις και προτού νιώσει τα ιδρωμένα κορμιά τους πάνω του, πίσω του και ολούθε γενικότερα.

«Πρέπει να απαλλαγούμε από κάθε περιττό βάρος» ψυθίρισε και ένας γλόμπος άναψε πάνω από το κεφάλι του. Αρπαξε τη ντουντούκα και είπε «Προσοχή παρακαλώ, σας ομιλεί ο πιλότος. Αυτή τη στιγμή πετάμε στα 10,000 πόδια και σε λίγο θα σερβίρουμε μοσχαράκι στη γάστρα», γέλασε χαιρέκακα και άλλαξε τροπάρι «Παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες με προορισμό το έδαφος να ετοιμάζονται για αποβίβαση», ξαναγέλασε χαιρέκακα ενώ εισέπρατε μούτζες από 105 ροζιασμένα στο πυλοφόρι χέρια και επιτέλους ανακοίνωσε «Σοβαρά τώρα, πρέπει να απαλλαγούμε από κάθε περιττό βάρος για να πάρουμε ύψος αλλιώς θα συντριβούμε σε 18 δεύτερα! Θα σας παρακαλέσω λοιπόν να βγάλετε και να πετάξετε όλοι τα παπούτσια, τα παντελόνια, τα μπλουζάκια, τα φανελάκια και τέλος τα βρακάκια σας». Ακολούθησε ο αναμενόμενος πανζουρλισμός καθώς έγινε αντιληπτό ότι δε φορούσαν όλοι παπούτσια, παντελόνια, μπλουζάκια φανελάκια, ακόμη και βρακάκια. Οι πιο ψύχραιμοι έπεισαν το πλήθος ότι δεν έπαιζε ρόλο κι ότι αρκούσε να γδυθούν όσοι φορούσαν.

 

Μόλις έμειναν τσίτσιδοι όλοι και πήραν λίγο ύψος, κάπως ηρέμησαν τα πράγματα αλλά και πάλι χρειαζόντουσαν κι άλλο ύψος.

«Κάθε περιττό βάρος» έλεγε και ξανάλεγε ο Ψωλέας ενώ κοιτούσε τα παραφουσκωμένα σακουλάκια που κρέμονταν κάτω από το ξεκαπίστρωτο τέρας του Καλεπέου. «Κάθε περιττό βάρος» φώναξε και όρμηξε στο αντικείμενο του πόθου του. Ο Καλεπέος, έχοντας δει τα «Σαγόνια του Καρχαρία 1, 2 και 3» ήξερε ότι αν έμενε ακίνητος τίποτα κακό δε θα του συνέβαινε. Αυτό και έκανε, τουλάχιστον για όσα μέρη του σώματός του είχε ύπο τον έλεγχό του, καθώς το περήφανο κατάρτι του είχε πάρει αυτοβούλως την ίδια ανοδική πορεία που είχε πάρει και το χρηματιστήριο στις καλές εποχές του.

Ο Ψωλέας είχε πάρει στα σοβαρά την ανάκτηση ύψους του αερόστατου, ρουφούσε, φούσκωνε τα μάγουλά του και έφτυνε έξω από την κουπαστή, ρουφούσε, φούσκωνε, έφτυνε, ρουφούσε φούσκωνε, έφτυνε.

 

Ο Πασπαρτού δεν άργησε να πάρει πρέφα την ιδιοφυή ιδέα του αφεντικού του και όρμησε στον πρώτο που βρήκε μπροστά του. Ρουφούσε, φούσκωνε κι έφτυνε, χωρίς να κάνει καμμία εξαίρεση. Οι 105 λεβέντες με τα στοιβαρά τους μπράτσα, τα κορμιά τους που τα ‘χε οργώσει το μυστρί και το καλέμι, τα σκαμένα από τον ήλιο προσωπά τους, τα ροζιασμένα από το πυλοφόρι χέρια τους, τις οργιωδώς γυμνασμένες πλάτες τους, τα βρεγμένα από τον ιδρώτα αμάνικα μπλουζάκια τους και τις σφρυγιλές δασύτριχες γάμπες τους κατάλαβαν κι αυτοί σιγά σιγά το ανώτερο νόημα αυτού του ερωτικού παροξυσμού (το προικισμένο σώμα συνήθως πάει χέρι χέρι με τη βραδύτητα του νου) και άρχισαν αλαλιασμένοι τις πεολειχίες, τις πεομαλάξεις και κάθε είδους τεχνικές ώστε να αδειάσουν τις τιγκαρισμένες τους δεξαμενές.

Ο Ψωλέας, ως πρώτος διδάξας, έχοντας αποστηθίσει ολόκληρο το Κάμα Σούτρα στην εφηβία του, είχε προχωρήσει στο δεύτερο βήμα του σχεδίου, επιδιδόμενος στις πρώτες από τις 80 στάσεις με τον Καλεπέο, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κερδίσει ΚΑΙ το στοίχημα (το τερπνον μετά του ωφελίμου).

Τα ασταμάτητα όργια, τα πισωκολητά, τα βιδοκουμπωτά, τα ελικόπτερα, τα πλαγιαστά, τα οθωμανικά, τα ιεραποστολικά, και όλα τα ακροβατικά που έλαβαν χώρα πάνω στο κατάστρωμα αναμεσα σε όλους τους επιβάτες, έδωσαν το επιθυμητό ύψος στο πετούμενο και το ταξίδι έβαινε καλώς.

 

Το ακατάπαυστο σεξ όμως γεννά πείνα. Ετσι, κατά την 69η στάση, ο Ψωλέας διέγνωσε την ανάγκη για μια πραγματική στάση για προμήθειες και λίγδωση του εντέρου. Εντελώς τυχαία, εκείνη την ώρα το αερόστατο είχε σφηνώσει ανάμεσα στους δίδυμους πύργους (που τότε υπήρχαν) και δεν κουνιόταν ρούπι.

Ο Καλεπέος είχε ενθουσιαστεί από το σεξουαλικό υπονοούμενο του οργάνου/αερόστατου σφηνομένου ανάμεασα στα σκέλια/πύργους αλλά ο Ψογκ λύσσαξε να το προσγειώσει για λόγους ασφαλείας. Οπως σε όλες τις περιπτώσεις η γυναικεία λογική υπερίσχυσε του αντρικού ενθουσιασμού, το πετρογκάζ έσβησε σταδιακά και το αερόστατο προσεδαφίστηκε στην Πέμπτη λεωφόρο ακριβώς έξω από τα Αbercrombie.

Οι 105 λεβέντες με τα στοιβαρά τους μπράτσα, τα κορμιά τους που τα ‘χε οργώσει το μυστρί και το καλέμι, τα σκαμένα από τον ήλιο προσωπά τους, τα ροζιασμένα από το πυλοφόρι χέρια τους, τις οργιωδώς γυμνασμένες πλάτες τους, τα βρεγμένα από τον ιδρώτα αμάνικα μπλουζάκια τους και τις σφρυγιλές δασύτριχες γάμπες τους άρχισαν διστακτικά και κατόπιν κατά ριπάς να εφορμούν στη μπουτίκ ενώ η κακιά αδερφή ο Πασπαρτού φώναζε με τις ντουντούκες «σε 8 ώρες να είστε όλοι πίσω, όποιος αργήσει θα μείνει εδώ για πάντα».

Τα άβγαλτα τώρα, πού να βρούν το μυαλό να κάτσουν στην Πέμπτη Λεωφόρο για πάντα. Ξεχύθηκαν στα Gucci, στα Vogue, στα Chanel και στα Manolo Blahnik ωσάν αφιονισμένα και σε 8 ώρες τζάστ είχαν επιστρέψει με 18 σακούλες έκαστος. Τα Manolo εκείνη την αποφράδα ημέρα ξέμειναν από 44άρια…

to be continued (again)

 

 

 

1 σχόλιο »

  1. θέλουμε και άλλο βιδοκουμπωτό! γράφε!

    Σχόλιο από profylaktiko — Σεπτεμβρίου 5, 2008 @ 12:15 πμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: