Sakafiora

Νοεμβρίου 6, 2008

Αγάπα με αν ντολμάς (part I of II)

Filed under: Τσοντοσενάρια — sakafiora @ 10:41 πμ

zozontalmas

Στο παιχνίδι δε με κάλεσε ο Μahler αλλά μου άρεσε τόσο που πήρα μέρος από μόνη μου. Οι όροι είναι οι εξείς : Γράφετε ένα διήγημα, μια νουβέλα βρε αδερφέ με θέμα τα ντολμαδάκια. ΠΡΟΣΟΧΗ ΟΧΙ ΛΑΧΑΝΟΝΤΟΛΜΑΔΕΣ γιατί η συμμετοχή σας θα ακυρωθεί.

 

Το Ντολμαδοχωριό ήταν ένας ονειρεμένος τόπος κι απλωνόταν στον κάμπο της πιατέλας.

Οι κάτοικοί του, οι ντολμάδες, ζούσαν ειρηνικά και αγαπημένα, όσο μπορούν να ζήσουν ειρηνικά κι αγαπημένα ντολμάδες διαφορετικοί μεταξύ τους. Διότι κανένα ντολμαδάκι δεν είναι ίδιο με το άλλο, αυτό είναι ηλίου φαεινότερον.

Τα ψηλομύτικα ντολμαδάκια με κιμά, τα ντολμαδάκια γιαλαντζί τα οποία αποκαλούσαν και ψεύτικα ή ορφανά ή γιαλαντζί για να τονίσουν το κατώτερον της τάξης, τα κούτσικα ντολμαδάκια φτιαγμένα από μερακλούδες που ήταν η έντεχνη κλίκα του χωριού που σνόμπαρε τις ντολμαδολαϊκούρες, τα μεγάλα και άχαρα που τα φτιάχναν ακαμάτρες βαριεστημένες, τα παραβρασμένα που έκαναν κακή επιλογή θερμοδρασίας στη ζωή τους, τα πολυκαιρισμένα που δεν τα τίμησε κανείς κι ένιωθαν λίγο αδικημένα, και φυσικά τα ντολμαδάκια κονσέρβας που τα μισούσαν όλοι γιατί τα είχαν βρει έτοιμα από το μπαμπά τους κι ήταν η εύκολη λύση για τις κατάπτυστες τεμπέλες νοικοκυρές. Tα καπιταλοντολμαδάκια που πίστευαν στην ελεύθερη αγορά και στο νόμο της ζούγκλας κι είχαν γιαουρτοπισίνες με υδρομασάζ ολυμπιακών διαστάσεων, οι ρομαντικές ντολμαδοκουμούνες που ήθελαν να τα μοιράζονται όλα με τους συντολμάδες τους παρόλα αυτά είχαν κι αυτά τεράστιες γιαουρτοπισίνες και δεν τις μοιραζόντουσαν με κανένα, οι αναρχοντολμάδες, οι κουκουλοφόροι ντολμοκράτες και τέλος οι θρυλικές ντολμούσες που προσκηνούσαν τις εικόνες των κληματόφυλλων και φώναζαν, όπου έβρισκαν κάμερα, «μετανοείτε» σ’αυτούς που δεν μετανοούσαν.

Ηξεραν όμως όλα κατά βάθος ότι δεν ήταν μόνα τους στο σύμπαν της ταβέρνας του Μπαρμπα Θωμά κι ότι υπήρχαν κι άλλες πιατέλες και ταψιά με λογιών λογιών ομοίους τους ή και ανόμοιούς τους. Και κάθε μέρα ανακάλπταν κι άλλα σύμπαντα-ταβέρνες στο μακρινό ντολμαξία.

 

Τα ντολμαδάκια έμπαιναν στην εκπαίδευση από τα γεννοφάσκια τους, δηλαδή από τη συνεύρεση ενός κληματόφυλλου με 69 κόκους ρυζιού και μάθαιναν από μικρά να κάθονται φρόνιμα στο πιάτο τους, να μην κλέβουν το γιαούρτι του διπλανού τους και να πιστεύουν ψυχή και σώμα στη Ζωζώ Νταλμάς, από την οποία (από μία παράφραση του ονόματός της) πίστευαν ότι έχουν πάρει το όνομά τους κι είχαν την πεποίθηση ότι τους έπλασε η ίδια κατ’εικόνα και ομοίωση για να τα σερβίρει στον Κεμάλ ως τοπική σπεσιαλιτέ.

Σπίτι χωρίς αφίσα της Ζωζώς δεν υπήρχε. Και να υπήρχε δεν θα είχε προκοπή. 

Μετά το σχολείο βγαίνανε στους δρόμους της πιατέλας και δεν αφήναν κανένα ντολμά να κοιμηθεί το μεσημέρι ώσπου τους κατέβρεχε καμμιά ντολμαδοκυρά με αυγολέμονο και ξελυσσούσανε. Έτσι, αναγκαζόντουσαν να κάθονται βουβά την υπόλοιπη μέρα μπροστά στην τηλεόραση, που ήταν το όπιο του ντολμαδολαού.

Οι ντολμάδες, μπορεί να μην είχαν πιάτο να φάνε, αλλά δορυφορικό πιάτο είχαν άπαντες, από τον ζητιάνο ως τον πρωθυπουργό.

 

Το καλό βέβαια με το Ντολμαδοχωριό ήταν ότι ο καθένας μπορούσε να γίνει πρωθυπουργός. Κάθε ηλίθιος, ανεγκέφαλος, βλαξ, κάθε γιος ταχυδρόμου, γιος μπαλωματή, γιος ράφτη, καντηλανάφτη και γανωματή, κάθε ποδηλάτης που αλλάζει αλυσίδα εν κινήσει, κάθε μοτοσυκλετιστής που αλλάζει ρόδα εν κινήσει, κάθε ανιψιός πρωθυπουργού και προέδρου, κάθε χοντρός, αδύνατος, ψηλός ή κοντός ντολμάς, κάθε ντολμάς μικροκότσανος, μεγαλοκότσανος και γλυκοκότσανος. Ήταν τόσο αξιοκρατικό το σύστημα που ακόμα κι ο κατώτερος ντολμάς μπορούσε να καταλάβει το ανώτερο αξίωμα. Και τούμπαλιν.

 

Ετσι μεγάλωσαν ο Δον Ντολμάς κι Ντολμινέα στις ήσυχες γειτονιές του Ντολμαδοχωριού παρακολουθώντας τη Ρούλα Ντολμαδοπούλου να κλαίει με μαύρο δάκρυ αλλά και να περιλούζει με βρισιές την Φωτεινή Ντολμούρα που της έκλεψε τον αλβανό ντολμά σουπεργκόμενο που τελικά τις ήθελε όλες για τα ρύζια τους. Από μικρά παίζανε, η Ντολμινέα κουτσό στις νότιες φτωχογειτωνιές, κι ο Δον Ντολμάς τις κουμπάρες στα πευκόφυτα βόρεια προάστια.

 

Ο Δον Ντολμάς ανάπαυε το αρωματισμένο κωλαράκι του σε πουπουλένια μαξιλάρια κι έπαιζε ολημερίς πιάνο με τα κρινοδάχτυλά του ρίχνοντας με στόμφο το ξανθό του τσουλούφι στα μουντά μέρη της σονάτας και μάθαινε γαλλικά από τον μοναδικό ακριβοπληρωμένο δάσκαλο που καταδεχόταν να επισκεφτεί το Ντολμαδοχωριό από τη μεγαλούπολη της μακρινής Κουζίνας.

Η Ντολμινέα, που είχε χάσει μικρή τον πατέρα της, έπαιρνε την τράτα του κι έβγαινε να βγάλει τα προς το ζείν για κείνη και την πλύστρα μάνα της την κυρα Ντολμαδένια. Απλωνε δίχτυα – μάζευε δίχτυα στα απύθμενα γιαουρτόνερα, σκίζοντας με τ’αγγίστρια τα ροζιασμένα χέρια της ενώ η μάνα έπλενε στη σκάφη και σιδέρωνε τα βρακιά των πλουσίων.

 

Ενα ξημέρωμα, στην επιστροφή της από τα πέλαγα, και πρίν πάει στην ψαραγορά να αναφωνήσει «έλα πάρε πάρεεεεε, τσιπούρες οι πρώτες μούρεεεεεεες», η Ντολμινέα συνάντησε τον Δον Ντολμά που γυρνούσε μεθυσμένος από ένα πάρτυ της αριστοκρατίας και ξερνούσε στην παραλία σιγοτραγουδόντας το «ένα μπουκάλι Τζώνυ τη μοναξιά σκοτώνει» και το «πήγαινέ με όπου θέλεις ρε ντολμά».

«Ωραίο λεβάντε έχει» του έριξε δήθεν αδιάφορα με την κόντρα μπάσα φωνή της κι εκείνος γιατρεύτηκε αμέσως από την αναγούλα. Την κοίταξε όλο νόημα και, με τον έμετο να ξεραίνεται ακόμα στα χείλη, την άρπαξε και τη φίλησε με ρυζόφιλο. Τα ρύζια μέσα του ανατσουρτσουρίσανε, ο βασιλικός που τον αρωμάτιζε μπλέχτηκε με την αλμυροψαρίλα του φιλιού της Ντολμινέας σε έναν εκρηκτικό συνδιασμό και το κοτσάνι του Δον Ντολμά σκλήρυνε τόσο που κόντεψε να σπάσει το φερμουάρ του.

Η Ντολμινέα, μαθημένη από τους αμέτρητους ναύτες και μούτσους που είχε πάρει στη δούλεψή της και στην καθισιά της, κατέβασε το φερμουάρ και του δόθηκε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Το «ωραίο λεβάντε έχει» ήταν αρκετό ως πρώτη.

Από τότε, όποτε είχε λεβάντε, ο Δον Ντολμάς έριχνε τις κοτσίδες από το μπαλκόνι του και κατέβαινε στην ακρογιαλιά για να συναντήσει τη γοργόνα, την αδερφή του Μέγα Ντολμά, τη μονάκριβη κόρη της κυρα-Ντολμαδένιας, που γυρνούσε από το μεροκάματο ζέχνοντας σκουλήκι δολώματος, αλμύρα και ολόφρεσκη ψαρίλα.

 

Η κυρα Ντολμαδένια, έχοντας πλήρη επίγνωση της ασχήμιας της κόρης της (λίγο κοντό το κληματόφυλλο, λίγο παράπεσε το ρύζι στη γέμιση) αλλά και του υπερμεγέθους πορτφόλιο σε μετοχές και ομόλογα της οικογένειας του Δον, όχι απλώς συναινούσε, αλλά έκανε και μεγάλες πρωινές βόλτες για να αφήσει την κανακάρα της να ξεζουμίζει στην πατρική κρεβατοκάμαρη τον ζάμπλουτο ντολμά.

 

Ο ζάμπλουτος, όσο η αγαπημένη του βολόδερνε στα κύμματα, διάβαζε, κρυφά από το βασιλικό πατέρα του και τη χουντικιά μάνα του, Μπακούνιν και Κροποτκιν και του μπαίναν ιδέες. Το ‘φερε απο δώ, το ‘φερε απο κεί, μια μέρα το ξεφούρνισε στην αγαπημένη του :

«Ντολμινέα μου, ζαργάνα μου, τσιπούρα μου, πρασινομούρα μου, στρογγύλω μου, ζουμπουρλουδίτσα μου, το σύστημα μας καταδυναστεύει και πρέπει να το συντρίψουμε. Μόνο έτσι θα ελευθερωθούμε από τα δεσμά μας και θα βρούμε την αληθινή ευτυχία κοντά στη φύση χωρίς εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους μόνο ακολουθώντας το ντολμαδοένστικτό μας και καλύπτοντας τις ζωτικές μας ανάγκες κι όχι αυτές που μας δημιουργούν οι διαφημίσεις κι οι σαπουνόπερες. Θές να ζήσεις μαζί μου σε μια σπηλιά χωρίς βίζες, aircondition, φούρνο μικροκυμάτων, τηλεόραση και πεθερά?»

Η Ντολμινέα είπε το πολυπόθητο «I do» και όρισαν ημερομηνία την 5η Νοεμβρίου του 2008, ημέρα που κατά τας γραφάς έμελε να εμφανιστεί ο μελαμψός ντολμάς και να σώσει τον πλανήτη από την παγκόσμια ντολμαδοκρίση που είχαν δημιουργήσει τα μέσα μαζικής εξημέρωσης.

5 σχόλια »

  1. αν το κάνεις ποτέ ταινία μπορώ να κάνω τον ψυλομύτικο ντολμά με τον κιμά? Νομίζω ότι θα μου ταιριάξει γάντι! Να και σεναριογράφος τώρα η ντολμαδοσακαφιόρα…τι άλλο θα δούμε!

    Σχόλιο από One happy dot — Νοεμβρίου 6, 2008 @ 4:59 μμ | Απάντηση

  2. περίμενε να δεις και το μέρος ΙΙ
    νομίζω ότι σου πάει καλύτερα ο ρόλος της Ντολμινέας στο τέλος

    Σχόλιο από sakafiora — Νοεμβρίου 6, 2008 @ 5:47 μμ | Απάντηση

  3. Ρε τον γιο του ταχυδρόμου!!!!

    Μπράβο σου.

    Σχόλιο από Demelene — Νοεμβρίου 6, 2008 @ 7:43 μμ | Απάντηση

  4. Πες τα Μαγείρισσα!

    Σχόλιο από art-εμ-ιz — Νοεμβρίου 7, 2008 @ 10:48 πμ | Απάντηση

  5. το απόλυτο respect. πάω να διαβάσω και το άλλο μέρος.

    Σχόλιο από mahler76 — Νοεμβρίου 8, 2008 @ 9:16 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Φτιάξε δωρεάν site ή blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: