Sakafiora

Νοεμβρίου 7, 2008

Αγάπα με αν ντολμάς (part II of II)

Filed under: Τσοντοσενάρια — sakafiora @ 1:05 πμ

dolmades1b76346yj5Οι αποχαυνωμένοι ντολμάδες εισέπραταν ως αληθές οτιδήποτε εξέπεμπε οποιοσδήποτε πομπός κι έτσι στο άκουσμα της δήθεν επερχόμενης κρίσης και φοβούμενοι μη χάσουν τις δουλειές τους, δεν έπαιρναν δάνειο για να αγοράσουν νέο αυτοκίνητο με το φόβο ότι δε θα μπορούν να το ξεχρεώσουν. Ετσι, οι αυτοκινητοβιομηχανίες μείωναν την παραγωγή αυτοκινήτων και απέλυαν τους υπεράριθμους υπαλλήλους τους, το ίδιο κι οι τράπεζες που δεν έβγαιναν χωρίς να δίνουν δάνεια.

Η αυτοκινητοβιομηχανία σταματούσε να παραγγέλνει λαμαρίνες αφού δεν έφτιαχνε πια αυτοκίνητα κι έτσι ο αρχικός ντολμάς έχανε τη δουλειά του στα ορυχεία που έμεναν πια εγακαταλελειμένα και ερημωμένα για να γυρίζονται ταινίες θρίλερ με σεισμούς. Εντωμεταξύ, οι μεγαλοντολμάδες που τα είχαν προκαλέσει όλα αυτά, με το ίδιο κεφάλαιο αγόραζαν κοψοχρονιά τις αυτοκινητοβιομηχανίες και τις μετοχές τους στο δεκαπλάσιο από ότι θα τις αγόραζαν χωρίς την κρίση, δεκαπλασιάζοντας έτσι αυτά που ήδη είχαν. Ο αρχικός ντολμάς έλεγε «ευτυχώς που δεν πήρα εκείνο το κωλοαυτοκίνητο» και κοιμόταν ήσυχος που τη γλίτωσε φτηνά μόνο με την απόλυση.

 

 

Με το που ξημέρωσε 5 Νοέμβρη και έκανε το μεγάλο ομπάμ ο μελαμψός ντολμάς με double score επί του ασπρουλιάρη αντιπάλου του, ο Δον Ντολμάς κι η Ντολμινέα πήραν το δισάκι τους και την έκαναν με ελαφρά. Τα δυο πιτσουνάκια χώθηκαν στη σπηλιά και δεν ξαναβγήκαν παρά μόνο όταν πείνασαν. Ψάρεψαν λίγη αθερίνα, την αλάτισαν με θαλασσινό αλάτι, άναψαν φωτιά με τη βοήθεια του μονόκλ της Ντολμινέας και των ακτίνων του ήλιου και την έκαναν ταράτσα. Μετά βγήκαν μια βόλτα στους αγρούς και κόψαν μήλα και αχλάδια από τα παρευρισκόμενα δέντρα για επιδόρπιο.

 

Τα αγκομαχητά και τα ουρλιαχτά ηδονής που έβγαιναν από τη σπηλιά κανέναν δεν πτοούσαν, αφού δεν πατούσε ντολμάς στο ακρογιάλι εδώ και αιώνες. Οι απανταχού ντολμάδες μποτιλιάρονταν από τις 6 ως τις 9 το πρωί, δούλευαν μέχρι τις 8 το βράδυ, ξαναμποτιλιάρονταν 8 με 10 το βράδυ και αποκοιμιόντουσαν ξεθεωμένοι με την τηλεόραση ανοιχτή. Κάθε τόσο ψήφιζαν αν ήθελαν για πρωθυπουργό τον ποδηλάτη ή τον ταχυδρόμο, γκρίνιαζαν επειδή η γιαουρτοπισίνα τους ήταν πιο μικρή από του γείτονα, έχτιζαν βίλες και εξοχικά τα οποία εφοδίαζαν με ροδάκια αφού ευελπιστούσαν να τα πάρουν μαζί τους στη μετά θάνατον ζωή που τους είχαν διδάξει τα σοφά λόγια της Ζωζώς στο σχολειό.

 

 

Οι μέρες, οι μήνες περνούσαν κι η Κυρα Ντολμαδένια καθόταν σε αναμένα κάρβουνα. Οχι βίλες και παλάτια δεν έβλεπε για την κόρη της αλλά σπηλιές και πείνα. Πήρε λοιπόν τα μάτια της και πήγε να συνετίσει την κόρη της στη σπηλιά που ανακάλυψε η δαιμόνια ντετέκτιβ Αγγελική Ντολμαδούλλη. Με τις κάμερες και τα φλάς να αποθανατίζουν τα τεκτενόμενα, η δόλια μάνα έκλαψε, χτυπήθηκε, κυλίστηκε στην άμμο και τέλος ικέτεψε την κόρη της να παντρευτεί τον αναρχογιάπη. Επικαλέστηκε Ζωζώ και δαίμονες, έφερε επιχειρήματα, όλα όμως της τα κατέρριπτε με ολύμπια ψυχραιμία ο Δον Ντολμάς που κρατούσε αγκαλιά την αγαπημένη του με το χαμόγελο-γκουρού ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Ο αγώνας ήτο ισοπαλία και όλα θα κρινόντουσαν στην τελευταία κρίσιμη ερώτηση από την κατηγορία «υποθετικά» που αναφώνησε με στόμφο η Κυρα Ντολμαδένια «κι αν κάνετε παιδί τι θα το ταϊζετε?». Από το αίμα της το βρήκε. Η Ντολμινέα πατώντας πρώτη το κουμπί που κάνει ΜΠΖΖΖ απάντησε με την κοντραμπάσα φωνή της «δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας μάνα, το κάνουμε μόνο από πίσω» και της έκλεισε πονηρά το μάτι. Αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια που άκουσε ποτέ η δύστυχη μάνα, η οποία έπεσε ηρωικά από ανακοπή κοτσανιού στο πεδίο της μάχης, ξεστομίζοντας τα τελευταία της λόγια «πουτάνα κοτσανοπάθεια, βοήθα Ζωζώ μου», υπό τους ήχους καμερών και των λοιπών τεχνολογικών μαρκουτσιών που άφηναν οι κάμεραμέν και οι μπούμεν να πέσουν από τα χέρια τους.

Το ταμπλώ έγραψε και τα πιτσουνάκια-σάτυροι έμειναν στη σπηλιά τους συνεχίζοντας να απασχολούν τα μεσημεριανά με οργιώδης φαντασιώσεις και αναλύσεις όλων των στάσεων του ντόλμα σούτρα από ειδικούς εκλογολόγους. Αυτό θα συνεχιζόταν επ’άπειρο, αφού οι δύο εραστές είχαν ορκιστεί αιώνια αγάπη, αν δεν…

 

 

Αν δεν ήταν οι γείτονες του Ντολμαδοχωριού. Οι μισητοί και τρισάθλιοι Λαχανοντολμάδες (ελπίζω να μην ακυρωθώ, απλοί κομπάρσοι είναι) από τη διπλανή πιατέλα, οι άγριοι, οι βάρβαροι και οι πάντα ενοχλητικοί κάτοικοι της Λαχανοντολμίας. Αυτοί οι τιποτένιοι όλο τάχα μου δήθεν καταλάθος άπλωναν τις ποδάρες τους στην πιατέλα του Ντολμαδοχωριού και προκαλούσαν το κοινό ντολμαδοαίσθημα ενώ κι ο αρχιμάγειρας της κεντρικής Κουζίνας είτε δεν έδινε σημασία είτε σιγόνταρε κιόλας αυτούς τους αχρείους.

Οι μισοί ντολμάδες θέλαν να πάρουν το κοτσάνι τους και να τους δείξουν τι εστί «σε τρώω λάχανο και γίνεσαι σκέτος ντολμάς». Οι άλλοι μισοί πηγαίναν στο στρατό και μάθαιναν πολύ χρήσιμα πράγματα όπως π.χ. πώς να βάζουν το μεγαλύτερο μέσο, πώς να κοιμούνται όρθιοι στη σκοπιά με τα μάτια ανοιχτά και πώς να παίρνουν περισσότερες άδειες από τους άλλους επειδή χρωστάνε ένα μάθημα στην ανωτάτη ντολμαδική.

Αυτές τις πολύ χρήσιμες γνώσεις έμελε να τις βάλει για τα καλά στο κεφάλι του κι ο Δον Ντολμάς, ο οποίος φυσικά δε θα αποτελούσε εξαίρεση από τον κανόνα. Θα μπορούσε να την έχει σκαπουλάρει κάνοντας το ντολμαδικό του στη σπηλιά με τις πλάτες του μπαμπά ντολμά, αν δεν είχε εκνευρίσει όλο το σόι του με τα μυαλά που κουβαλούσε στο κεφάλι του. Την τελευταία φορά που ο πατέρας του τον παρακάλεσε σχεδόν γονατιστός να γυρίσει σπίτι, να γίνει εισοδηματίας και να αναλάβει να εισπράτει τα ενοίκια και τα μερίσματα των μετοχών της οικογενείας, έφυγε αναφανδόν κλωτσηδόν με όλα τα κανάλια να καταγράφουν τις σκηνές απείρου κάλους που διαδραματίζονταν έξω από τη σπηλιά.

 

Ετσι ο Δον Ντολμάς αναγκάστηκε να παρουσιαστεί σηκωτός και να πάρει μετάθεση για το πιο απομακρυσμένο χωριό της Ντολμαδίας. Εκεί θα εξέτιε τη διπλή θητεία επειδή το έπαιζε τρελλός κι έκανε διάφορα για να αποφύγει το ντολμαδιλίκι. Εκεί όμως έμελε και να ανακαλύψει τον πραγματικό εαυτό του και να λύσει την απορία που είχε από μικρός γιατί του άρεσαν οι αντρογυναίκες.

 

Το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στη μακρινή Μουσακοχώρα στην άλλη πλευρά της κουζίνας, προκάλεσε το σκύψιμο του Τζώνυ για να πάρει το όπλο του και ο Δον Ντολμάς ερωτεύτηκε το αλλοδαπό πωπάκι του πρασινόκρανου κιοφτέ αυγολεμονοβόλα. Πιασμένοι χέρι χέρι στα δάση και στις βουνοκορφές της ακριτικής επαρχίας ζήσαν ευτυχισμένοι ώσπου να τελειώσουν το ντολμαδικό τους και μετά καλογέρεψαν. Τρώγαν, πίναν τσάμπα και μοιράζονταν τον ίδιο κοιτώνα ο οποίος πλάνταζε στο σεξ μετά τον πρωινό όρθρο.

 

 

Η Ντολμινέα, μόνη κι έρημη στη σπηλιά, στην αρχή τα κουτσόφερνε βόλτα. Είχε φτιάξει έναν ωραίο λαχανόκηπο, είχε και δυο κοτούλες και την άραζε πλέκοντας κάλτσες για τον αγαπημένο της στο μέτωπο. Μ’αυτή την απλή γυμναστική έριξε τα περιττά ρύζια της κι ό,τι είχε σε πάχος το έριξε μπόι. Εγινε θεοντόλμενα! (για να ακριβολογούμε ζωζωντόλμενα). Πούλησε και το μονόκλ κι αγόρασε μπρελόκ. Πλέξε πλέξε όμως βαρέθηκε. Με την απουσία του Δον, είχε σφίξει κι ο κώλος της τόσο που ούτε προς χοντρού της δε μπορούσε να πάει.

Επρεπε είτε να βρεί γκόμενο είτε να το ρίξει στο φαϊ.

Γύρισε στη μάνα της, ξανάπιασε την τράτα κι ό,τι μεροκάματο έβγαζε το τρωγε στο Μέγκα Ντολμαδόπουλο γεμίζοντας καρότσια με οικογενιακές συσκευασίες νοτλμαδομερέντας. Αν έμενε κάτι, το ‘τρωγε κι αυτό στα καλά εστιατόρια του Ντολμαδοχωριού όπου παρήγγελνε τον κατάλογο επί τρία. Εβαζε και κάτι στην άκρη και μια φορά το χρόνο πεταγόταν στη μακρινή Κουζινοχώρα αλλά απογοητευόταν που δεν έβρισκε Μαντόλμο Μπλάνικ 47 νούμερο (τόση είχε γίνει η ποδάρα της από το πολύ μπόι) και γύριζε πίσω με άδεια χέρια.

 

Ποτέ όμως δεν ξεχνούσε τα σοφά λόγια της σχωρεμένης της μάνας της που έλεγε «ααααχ ντολμαδάκι μου, μια μέρα όλοι σε πιατάκι θα μπούμε, θα μας παραγγείλουν οι εξωκουζίινοι και θα μας κάνουν μια μπουκιά, γι αυτό ζήσε τη ζωή σου και μη στεναχωριέσαι για τίποτα! να αρχίσεις να ανησυχείς μόνο αν ακούσεις να παραγγέλνουν….»

 

 

ΜΙΑ ΝΤΟΛΜΑΔΑΚΙΑ ΣΤΟ ΤΕΣΣΕΡΑ

 

Η Ντολμινέα καθάρισε με τον αντίχειρα τα αυτιά της (όλο χάρη αυτό το κορίτσι) για να δει αν άκουσε καλά.

 

 

ΜΙΑ ΝΤΟΛΜΑΔΑΚΙΑ ΣΤΟ ΤΕΣΣΕΡΑ

 

Καλά είχε ακούσει.

 

 

Ξαφνικά βρέθηκε σε ένα πιατάκι δίπλα στον Δον Ντολμά, στους γονείς του, στη Ρούλα Ντολμαδοπούλου, στη Φωτεινή Ντολμούρα, στον αλβανό ντολμά σουπεργκόμενο, στην Αγγελική Ντολμαδούλλη και στον μελαμψό Ντολμοσωτήρα ενώ ο κιοφτές Τζώνυ σπάραζε στο κλάμα τραγουδώντας σε άπταιστα γκρήκλις άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο πηδήκουλα της Ντολμαδίας.

 

 

Οταν το πιάτο προσγειώθηκε στο «ΤΕΣΣΕΡΑ», ο ξανθός εξωκουζίινος είπε:

-Τι γύφτοι ρε, ένα ντολμαδάκι για τον καθένα βάλανε?

Ο μελαχροινός δίπλα του, που είχε ήδη μπουκωθεί τον σουπεργκόμενο αλβανοντολμά αναφώνησε:

-Ρε συ, αυτά τα ντολμαδάκια είναι καλά!

 

«Κι εμείς καλύτερα» αποφάνθηκαν οι υπόλοιποι συνδαιτυμόνες και άρπαξαν ο καθείς το ντολμαδάκι του.

4 σχόλια »

  1. Πες τα Chef μου!

    Σχόλιο από art-εμ-ιz — Νοεμβρίου 7, 2008 @ 10:55 πμ | Απάντηση

  2. «για να γυρίζονται ταινίες θρίλερ με σεισμούς»
    «Ζωζώ και δαίμονες»
    χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα
    «Μαντόλμο Μπλάνικ 47 νούμερο»
    χαχαχαχα

    άλλα τώρα που το σκέφτομαι το τέλος είναι λιγάκι της θλίψεως….και πολύ κλάψ λίγμ…

    Σχόλιο από mahler76 — Νοεμβρίου 8, 2008 @ 9:22 μμ | Απάντηση

  3. Αμα δεν πάω τους ήρωες μια Νέα Υόρκη για ψώνια δε μπορώ! Απωθημένα !

    Σχόλιο από sakafiora — Νοεμβρίου 8, 2008 @ 9:48 μμ | Απάντηση

  4. Διαβάστε κι αυτό, νομίζω ότι το παιχνίδι απογειώθηκε:
    http://art-em-is-free.blogspot.com/2008/11/part-i.html

    Σχόλιο από sakafiora — Νοεμβρίου 10, 2008 @ 1:43 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: