Sakafiora

Μαΐου 1, 2010

Μανιφέστο για καλή Πρωτομαγία (σιχτίρ Σαββατιάτικα)

Filed under: Αγαπητό μου ημερολόγιο — sakafiora @ 9:14 πμ

Σήμερα το πρωί πατήσαμε το κατεστημένο. Ξαφνικά, γίναμε όλοι ατρόμητοι κι έχουμε απαλλαχτεί από τους φόβους που προσπαθούν να μας πείσουν πως πρέπει να έχουμε. Δεν ανησυχούμε για το αν θα έχουμε φαϊ να φάμε γιατί πολύ απλά υπάρχει άφθονο στη φύση και δεν ανησυχούμε για το αν θα αφήσουμε απογόνους γιατί πολύ απλά δεν είναι υποχρεωτικό. Αποφασίσαμε ότι δε θα δουλεύουμε δωδεκάωρα τα πρώτα εξηνταπέντε χρόνια της ζωής μας για να γλεντήσουμε τα εναπομείναντα πέντε, αλλά ότι θα ζούμε τα πρώτα 50 χρόνια της ζωής μας όπως πραγματικά θέλουμε και μετά από αυτό δε θα μας νιάζει να πεθάνουμε. Οτι δεν χρειαζόμαστε τηλεοράσεις, κινητά και σύνδεση ίντερνετ γιατί πολύ απλά δεν τα χρειαζόμασταν και πριν χίλια χρόνια.
Εχτές το απόγευμα, φεύγοντας από το γραφείο είχαμε δηλώσει όλοι παραίτηση.
ΟΛΟΙ, χωρίς εξαιρέσεις.

Το πρωί ξύπνησα νωρίς με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου χορτασμένη ύπνο. Είχα κοιμηθεί από τις 11 σβήνοντας το μοναδικό κερί που έκαιγε και μην έχοντας να δώ τηλεόραση ούτε να ακούσω ραδιόφωνο και μη μπορώντας να διαβάσω υπό το φως των κεριών αφού όλοι όσοι δούλευαν στη ΔΕΗ παραιτήθηκαν κι αυτοί κι έτσι δεν είχαμε ρεύμα.
Η γειτονιά, που άλλοτε αυτή την ώρα της ημέρας έμοιαζε με ερημονήσι, γέμιζε από τα γέλια των παιδιών που έπαιζαν στο δρόμο ελεύθερα χωρίς το φόβο της ισοπέδωσης από αυτοκίνητα. Οι γονείς τους, μην έχοντας να πάνε για δουλειά, είχαν ξεμωραθεί κι αυτοί κι έπαιζαν μαζί τους κρυφτό και κουτσό.
Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν αυτή τη γλαρότητα στο μάτι που προδίδει μια νύχτα γεμάτη σεξ, η οποία προφανώς οφείλεται στην έλλειψη άλλου υποκατάστατου (τηλεόραση και ίντερνετ μέχρι αργά) αλλά και στην πρωτοφανή εκτίμηση της ανθρώπινης μυρωδιάς που ανέβασε τη λίμπιντο όλων χτες βράδυ. Καθώς πέσαμε όλοι άπλυτοι να κοιμηθούμε, αφού δεν υπήρχε νερό γιατί παραιτήθηκαν κι όσοι δούλευαν στην ΕΥΔΑΠ, τα κορμιά των ανδρών ανέδυαν μια βαρβατίλα, των γυναικών μια θαλπωρή και μια γλυκειά μητρότητα, με αποτέλεσμα να σμίξουν ζευγάρια που είχαν να δουν χαρά στα σκέλια τους εδώ και αιώνες.

Ο γείτονας-σπασικλάκι που δούλευε εκατό ώρες την ημέρα, έχει βγάλει το παιδί του Ασπασία, του κάνει τη χωρίστρα στο πλάι και του πατηκώνει το μαλί (έτσι εξηγείται γιατί το σκασμένο κλαίει ολημερίς κι ολονυχτίς), τώρα τα φυλάει μετρώντας «πέντε-δέκα-δεκαπέντε», αλλά το βλέπω : έχει στο νού του «τι στο καλό κάνω τώρα, ωραία περνάω, δε λέω, αλλά τι θα γίνει μετά».
Η απάντηση είναι ότι κανείς δεν ξέρει γιατί δεν έχουμε τηλεοράσεις, ραδιόφωνα και εφημερίδες και μέχρι τώρα μαθαίναμε από εκεί τί να κάνουμε και τί θα γίνει στο μέλλον. Τώρα εξαρτάται μόνο από εμάς και έχουμε σαστίσει όλοι.
Οι περισσότεροι σκέφτονται να ξεκινήσουν για την επαρχία. Εκεί θα σπείρουν ένα χωράφι, με ένα σπόρο ο καθένας, και θα μοιράζονται αυτά που φυτρώνουν για να γεμίζουν τα στομάχια τους. Όταν λέμε θα ξεκινήσουν, φυσικά εννοούμε με τα πόδια.

Υπάρχουν βέβαια και αρκετοί τυχεροί που έχουν ήδη ποδήλατα από τις προηγούμενες μίζερες ζωές αλλά κι όσοι δεν έχουν άνοιξαν ένα ποδηλατάδικο και πήραν. Κανείς δεν τους κυνήγησε γιατί αφενός υπήρχαν ποδήλατα για όλους (για την ακρίβεια περίσσεψαν και μερικά) και αφετέρου ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού ήδη βρίσκεται στην πυλωτή του σπιτιού του παίζοντας κι αυτός κρυφτό αντί να παζαρεύει στο ποδηλατάδικο και να ρίχνει χριστοπαναγίες σ’όσους μπήκαν και δεν ψώνισαν. Οι φήμες μάλιστα λένε ότι έχει πάρει κι αυτός ποδήλατα γι αυτόν και για την οικογένειά του από το αντίστοιχο ποδηλατάδικο της δικής του γειτονιάς.
Το τι θα φάμε το μεσημέρι είναι κάτι ανησυχητικό για μας τους ανθρώπους της πόλης. Το ευτυχές είναι ότι αναγκαστήκαμε να φάμε ό,τι είχε η κατάψυξη, στην προκειμένη δική μου περίπτωση και τα εφτά κουτιά παγωτό, πράγμα που οδήγησε χτες το βράδυ σε υπερκατανάλωση, όπου ο καθένας έφερνε κάτι από την κατάψυξή του, το μαγείρευε σε μεγάλες φωτιές που είχαν ανάψει στους δρόμους και το μοιραζόταν με τους υπόλοιπους. Αν εξαιρέσουμε δυο-τρεις φτωχές οικογένειες που είχαν φέρει από μια μικρή σακουλίτσα πράγματα, όλοι οι υπόλοιποι φέρναμε κρέατα, ψάρια και παγωτά με τα καρότσια του σούπερ μάρκετ κι έτσι όλες αυτές οι συναθρόισεις κατέληξαν σε έξαλλα κραιπαλοπάρτυ. Προς το παρόν δεν ανησυχεί κανείς γιατί όλοι έχουμε στα σπίτια μας τρόφιμα για τους δυο επόμενους μήνες, αφού ψωνίζαμε τα καρότσια δυό-δυό. Αποφασίσαμε μια ομάδα να ανοίξει το τοπικό μπακάλικο και να μοιράσει όλα τα τρόφιμα, αλλιώς θα χαλάσουν κι αυτά. Όλα αυτά μέχρι να δούμε πού θα πάει ο καθένας. Οι περισσότεροι έχουν στο νου τα εξοχικά τους αλλά με τη δυσκολία των μετακινήσεων βλέπω ότι θα πάει ο καθένας στο κοντινότερο εξοχικό που θα βρει άδειο.
Η μετοίκηση είναι μάστ για όσους ζουν στις πόλεις γιατί στο χωριό θα μπορούν να έχουν νερό από το ποτάμι, από τη θάλασσα ή από το πηγάδι, πράγμα αδύνατο στην πόλη. Εκεί φυσικά θα έχουν και δροσιά το καλοκαίρι και ζέστη με το τζάκι το χειμώνα, ενώ εδώ δε λειτουργεί ούτε το καλοριφέρ ούτε το ερκοντίσιον, τζάκια δεν έχουν όλοι και η άσφαλτος δημιουργεί κλίμα θερμοκηπίου. Σε πολλά σημεία βέβαια έχουν αρχίσει να την ξηλώνουν με πρωτόγονα μέσα για να φυτέψουν καρποφόρα δέντρα. Είναι εκπληκτικό πώς μέσα σε μια νύχτα όλοι άρχισαν να σκέφτονται με συμπάθεια το μέλλον ενώ πριν σκεφτόντουσαν μόνο «εντάξει τη βγάλαμε καθαρή και σήμερα, άντε να δούμε πότε και αν θα πάρω σύνταξη». Τώρα όλη μέρα σκέφτομαι τι μαλάκας ήμουν τόσα χρόνια που ξυπνούσα το πρωί και πήγαινα στη δουλειά ενώ τώρα μπορώ να ξυπνάω όλο χαρά για να ζήσω αληθινά. Να βρω την τροφή μου, να περπατήσω, να κάνω ποδήλατο, να παίξω σαν παιδί και το βράδυ να πέσω για ύπνο με ένα μόνιμο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό μου, προερχόμενο και μόνο από την ιδέα της απόλυτης ελευθερίας (και του ότι δεν έχω το πρωί να ξυπνήσω για να πάω στη δουλειά). Αυτό το χαμόγελο το βλέπεις σε όλα τα πρόσωπα ανεξαιρέτως.
Εκγληματικότητα δεν υπάρχει και όλοι πια έχουν καταλάβει ότι ήταν εφεύρεση των ΜΜΕ και του πλουτοκρατικού συστήματος. Τώρα που όλοι κυκλοφορούνε στο δρόμο όλες τις ώρες της ημέρας, δεν τολμάει κανείς να σε πειράξει, γιατί θα πέσουν πάνω του δέκα. Πριν κυκλοφορούσες αργά τη νύχτα μόνος σου στο δρόμο και κινδύνευες γι αυτόν ακριβώς το λόγο. Τώρα που κυκλοφορούν όλοι όλες τις ώρες δεν υπάρχει κανένας απολύτως κίνδυνος.

Στα καφενεία συζητάνε όλοι για τα μηχανήματα και πώς θα τα κάνουμε να δουλέψουνε για να σπείρουν και να θερίσουν, για να γλιτώσουμε την πολύ δουλειά. Κάποιος είπε πως αν τα φτιάξουμε σωστά μπορούμε να δουλεύουμε μια-δυο φορές τη σεζόν (δηλαδή να καθόμαστε πάνω στα τρακτέρ και να τα καθοδηγούμε), να μαζεύουμε τρόφιμα για όλη τη σεζόν και μετά να καθόμαστε και να φιλοσοφούμε.Οι περισσότεροι μηχανικοί δείχνουν και στους υπόλοιπους γιατί τελικά πρέπει όλοι να μάθουμε. Γενικά όλοι δείχνουν σε όλους πραγματικά χρήσιμα πράγματα, όπως μάζεμα χόρτων και μανιταριών, μαγείρεμα, ψάρεμα, κυνήγι. Οι άχρηστες γνώσεις έχουν εξαφανιστεί από τα μυαλά μας τόσο που δε θυμάμαι πότε έγινε η γαλλική επανάσταση. Κι εδώ που τα λέμε σιγά την επανάσταση. Τώρα είμαστε πραγματικά ελεύθεροι.
Οι πιο ειδικοί φτιάχνουν ένα σχέδιο για να βάλουν μπρος κάτι γενήτριες με τη δύναμη του αέρα και των κυμμάτων της θάλασσας. Έτσι θα βάλουμε μπρος τα μηχανήματα για να γλιτώσουμε τις αγροτικές εργασίες.
Είμαστε από τους τυχερούς που μένουμε δίπλα σε θάλασσα και πολλοί σχεδιάζουν να πάνε για μπάνιο αύριο με τα ποδήλατα. Το κυριότερο όμως είναι ότι θέλουν να πιάσουν και κανένα χταπόδι να ψήσουμε.
Το ξέρω ότι μιλάω στον πληθυντικό αλλά έτσι κάνουν όλοι τώρα. Δε μπορείς να τρως ενώ ο διπλανός σου πεινάει, γιατί αύριο θα βρεθείς εσύ σ’αυτή τη θέση και πρέπει να τους έχεις από κοντά όλους.
Το νερό μπορεί να τελειώσει σε καμμιά βδομάδα αλλά σήμερα αποφασίσαμε να φτιάξουμε δεξαμενές που θα μαζεύουν το νερό της βροχής ή να χρησιμοποιήσουμε το νερό της θάλασσας για αφαλάτωση.
Όλοι κάνουν οικονομία. Καταλαβαίνουν τώρα ότι δεν έχει νόημα να μαζεύουν πράγαματα στα ντουλάπια τους τα οποία θα χαλάνε και θα τα πετάνε. Παίρνουν μόνο ό,τι έχουν ανάγκη τώρα για να ικανοποιήσουν την πείνα τους. Δεν παίρνουν κάτι για να το πετάξουν αργότερα, το αφήνουν για κάποιον άλλο που θα το χρησιμοποιήσει τώρα, όσο είναι φρέσκο.
Ο βασσιλικός που έχω φυτέψει στη γλάστρα μου έχει γίνει ανάρπαστος. Όλη η γειτονιά έρχεται και κόβει από ένα φυλαράκι. Μάλιστα μόλις επέστρεψα σπίτι βρήκα τη γλάστρα γεμάτη ευχαριστήρια post-it. Είχα αφήσει τις πόρτες ανοιχτές, όπως κάνουν όλοι πια, αφού δεν υπάρχει τίποτα πραγματικής αξίας για να κλαπεί. Ακόμα κι αν κλαπεί κάτι, δε μας λείπει ή τουλάχιστον δεν παρατηρούμε ότι λείπει. Αλλά και να λείπει κάτι, όλοι ξέρουμε ότι δε μπορεί να γίνει τίποτα παραπάνω οπότε έχουμε χαλαρώσει και το απολαμβάνουμε.
Τα χρήματα, που σε πολλούς θα γενιόταν η ιδέα πως είναι άχρηστα, κάνουν θραύση καθώς αποτελούν τα καλύτερα προσανάμματα. Ο ένας λόγος είναι ότι καίγονται εύκολα, ο άλλος είναι ότι όλοι αγαπάνε πολύ την εικόνα ενός πενηντάευρου που καίγεται και τα περισσότερα πιτσιρίκια τρέχουν πίσω από τις μαμάδες τους, όταν πάνε να ανάψουν φωτιά για να μαγειρέψουν, και φωνάζουν «εγώ εγώ». Αν θυμάμαι καλά, αυτό το φώναζαν για να πατήσουν το κουμπί του ασανσέρ παλιά.
Τώρα ασανσέρ δεν υπάρχουν όπως και αυτοκίνητα. Υπάρχουν δηλαδή, αλλά, αφού δεν υπάρχει βενζίνα να κάψουν, στέκονται στα πεζοδρόμια και στα γκαράζ. Πολλά από αυτά έχουν μετατραπεί σε ξαπλώστρες για τον ήλιο, έχουν βγει τα καθίσματα έξω για τα βραδυνά πάρτυ και γενικά έχουν γίνει κομμάτια για να χρησιμοποιηθούν σε κάτι άσχετο από αυτό που ήταν.
Η έλλεψη ασανσέρ, αυτοκινήτων και άλλων ανέσεων, μας έχει αναγκάσει να περπατάμε, να τρέχουμε, να ανεβαίνουμε σκαλιά, πράγμα που έχει σμιλέψει απίστευτα σώματα για όλους μας. Δεν υπάρχει παχύσαρκος, μα τι λέω, αν παρατηρήσεις όλους τους γείτονές σου, δύσκολα θα βρείς κάποιον που να μην έχει φέτες κοιλιακούς. Λογικό, αφού οι περισσότεροι τρώνε ζαρζαβατικά και κάνουν μόνο χειρονακτικές εργασίες. Δεν υπάρχουν φαστφουντάδικα, δεν υπάρχει δουλειά γραφείου (δεν υπάρχει δουλειά γενικότερα) και το κυριότερο : δεν διακινούνται ναρκωτικά, τσιγάρα, αλκοόλ, και γενικότερα ό,τι είχε στόχο το κέρδος έχει εκλείψει αφού τα χρήματα έχουν αξία σπίρτου.
Τώρα παράγεται μόνο ότι είναι απολύτως αναγκαίο για τη ζωή, δηλαδή τρόφιμα. Μόνο. Στην αρχή είχαν κακομάθει όλοι αλλά τελικά συνειδητοποίησαν ότι είναι το μόνο που χρειαζομαστε αληθινά.
Οι ναρκωμανείς έσπασαν όλα τα φαρμακεία, ήπιαν όλα τα σιρόπια και μετά πέρασαν μια (δύσκολη είναι η αλήθεια) περίοδο απεξάρτησης αλλά τώρα είναι σαν όλους τους άλλους.
Η υγιεινή ζωή και η χειρονακτική εργασία σχεδόν εξαφάνισαν τις αρρώστιες κι έτσι δε χρειαζόμαστε φάρμακα ούτως ή άλλως.
Μερικοί μουσικοί μαζευτήκανε, κατεβάσανε το πιάνο μου από τον έκτο όροφο από τις σκάλες, φέρανε και κιθάρες και μπουζούκια από άλλα σπίτια και το βράδυ θα παίξουν στην πλατεία.
Ο καθένας έχει ξεκινήσει να κάνει αυτό που αγαπάει δωρεάν και να το προσφέρει στους άλλους. Ο συγγραφέας που ζει στη διπλανή μονοκατοικία έδωσε το χειρόγραφό του στον πρώτο του αναγνώστη. Μόλις τελειώσει το διάβασμα, έχουν άλλοι σειρά. Κανείς δε βιάζεται να το πάρει γιατί έχουμε τόσα πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα να κάνουμε όλοι μας που δεν προλαβαίνουμε να τσακωθούμε για ασήμαντες μαλακίες.
Πολλοί πρώην πλούσιοι επιχειρηματίες βάλθηκαν να μας κάνουν προτάσεις για να γυρίσουμε στη δουλειά τριπλασιάζοντας τους μισθούς μας, αλλά, αφού πια τα χρήματα δεν έχουν καμμία αξία, τα λόγια τους δε φτάνουν στ’αυτιά μας. Τώρα συνήθισαν όλοι να έχουν την ελευθερία τους και δεν υποδουλώνονται για κανένα λόγο, πόσο μάλλον για πενηντάευρα προσανάμματα.
Κι όλα αυτά με έναν πολύ απλό τρόπο. Μια ομαδική παραίτηση που σταμάτησε τη διαδικασία παραγωγής, έβαλε φρένο στη δημιουργία πλαστής έλλειψης αγαθών και διαχείρησής τους με στόχο το κέρδος. Χωρίς κέρδος και χωρίς χρήμα έπαψε η ανάγκη εκμετάλευσης του ανθρώπου και ζήσαμε όλοι ελεύθεροι και ευτυχισμένοι.

Και τώρα, γυρίστε πλευρό και συνεχίστε τον ύπνο γιατί σε λίγο θα χτυπήσει το ξυπνητήρι και θα πρέπει να πάτε για δουλειά.

Κι όχι τίποτα άλλο αλλά θα είναι και Δευτέρα.

3 σχόλια »

  1. Πολύ ωραία ιστορία. Μου θύμησε την ταινία Themroc. Μάλλον πρέπει να την ξαναδώ (και επί της ευκαιρίας να την δείξω και σε κανέναν ακόμη).
    Τους πρώην πλούσιους επιχειρηματίες, δεν τους παίζατε;

    Σχόλιο από Στέφανος — Μαΐου 2, 2010 @ 4:20 μμ | Απάντηση

  2. Θα εσκαγες αν δεν εγραφες για το πατηκωμενο μαλι της Ασπασιας με την χωριστρα

    Σχόλιο από Ερα — Μαΐου 3, 2010 @ 9:35 πμ | Απάντηση

  3. με τρόμαξες..νόμισα ότι δε θα ξαναθελήσεις να πας στη Νέα Υόρκη, θα πουλήσεις το cabrio και δε θα ξαναγοράσεις φιλέτο βίσωνα και αλλιγάτορα…
    Αλλά βέβαια όλα αυτά συμβαίνουν μόνο στα όνειρα

    Σχόλιο από Ανώνυμος — Μαΐου 4, 2010 @ 7:43 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: