Sakafiora

Μαΐου 2, 2010

Ο Μπάμπης ο Ταμιφλού και η νήσος των ζωντοχήρων (άσμα ηρωικό και εύθυμο για το χαμένο 13o και 14ο μισθό) – PART I (of II)

Filed under: Τσοντοσενάρια — sakafiora @ 5:34 μμ

O Μπάμπης είχε ανέκαθεν δύο μεγάλα προβλήματα.

Πρώτον δεν άκουγε ποτέ τη μαμά του, ως βρέφος, ως έφηβος, ως ενήλικας και ως μεσήλικας.

Δεύτερον είχε μικροσκοπική τσουτσού. Τι κι αν περνούσε ώρες πασαλείβοντάς τη με chanel no.5… Με το που κατέβαζε τα βρακιά του, οι γυναίκες εξαφανίζονταν. Κι αν ξεγελούσε καμμιά και κατάφερνε να της τον φορέσει, εκείνη γαργαλιόταν.

Και φυσικά, ποτέ δεν περνούσε από το μυαλό του ότι το ένα πρόβλημα μπορούσε να λύσει το άλλο.

Η κυρα-Μαριγώ κυνηγούσε από μικρή το γιό της που ήταν επιρρεπής φαγάνας. Η απόλαυση του απαγορευμένου έγινε κρυφό πάθος για το Μπάμπη που καταβρόχθιζε ό,τι έβρισκε μπροστά του και ειδικά αυτά που η μάνα του του απαγόρευε. Γλυκά, κρέμες γάλακτος, γαριδάκια, πατατάκια, καραμέλες, σοκολάτες. Κι από όλα αυτά δεν έπαιρνε γραμμάριο αφού φρόντιζε να τα καίει τραβώντας μαλακία αθλούμενος με το weight shaker με τις ώρες.

Η μεγάλη μάχη όμως γινότανε για τα κουκιά. Τα «κτσά», όπως τα έλεγαν στο χωριό, είχαν θερίσει κάποτε ένα μακρινό ξάδερφο του Μπάμπη (ξάδερφος μεν, μεγαλοτσούτσουνος δε, είχε κλάψει τότε η μισή υφήλιος) κι από τότε η κυρα-Μαριγώ τα είχε ανακυρήξει σε απαγορευμένο καρπό. Γι αυτό κι ο Μπάμπης έτρωγε συνέχεια κουκιά κρυφά, στις τουαλέτες, στα μπαλκόνια, σε φιλικά σπίτια και στο υπόγειο «κουκί-bar» του χωριού όπου συναθροιζόταν με τους υπόλοιπους κουκολάτρεις για να επιδοθούν στο βίτσιο τους μακριά από τα βλέμματα των σεμνότυφων συγχωριανών τους.

Η νύχτα άπλωνε το πέπλο της και, μόλις στέγνωνε, το μάζευε, το δίπλωνε και το έβαζε στο συρτάρι, όταν ο Μπάμπης μασουλούσε ένα κουκί ενώ ταυτόχρονα χάιδευε το πουλάκι του, κουκουλωμένος με το πάπλωμά του για να μην τον πάρει είδηση η κυρα-Μαριγώ. Ξάφνου η γλώσσα του μούδιασε κι άρχισε να μικραίνει. Δεν πρόλαβε να τρομάξει από τη συρρίκνωση της γλώσσας του κι άρχισαν και τα χείλη του, η μύτη του, ο λαιμός του, τα χέρια του και σχεδόν όλο του το σώμα.

Σχεδόν. Γιατί ένα μέρος του σώματός του παρέμεινε ανέπαφο : το μικροσκοπικό πουλάκι του, που τώρα φάνταζε οργιώδες σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα του.

Ο Μπάμπης έμεινε να κοιτάζει αυτό που μέχρι τότε μόνο σε τσόντες είχε την τύχη να δει : Μια υπέροχα λεία, σαγηνευτική, λαχταριστή, τροφαντή, μεγαλοπρεπών διαστάσεων, αρχοντική μαλαπέρδα, έτοιμη να πυρπολήσει, να εμβολίσει και να εκπορθήσει. Θα μπορούσε να την κοιτάει με τις ώρες αν δεν ένιωθε τα βλέμματα πάνω του. Την έχωσε στα γρήγορα μέσα στο βρακί του και γύρισε απότομα.

Και να του το έλεγαν δε θα το πίστευε. Δεν το πίστευε ούτε τώρα που το έβλεπε με τα μάτια του.

Κάτω από το πάπλωμά του, υπήρχε ένα ολόκληρο μικροσκοπικό νησί, σα μια ζωγραφιά στο μυαλό του το ταξιδιάρικο. Με την πλατεία του, την εκκλησία του, το σχολείο του, τις ταβέρνες, τα ζαχαροπλαστεία του και την άγονη γραμμή του.

Αυτός ήταν ξαπλωμένος στη χρυσή αμμουδιά σιγομουρμουρίζοντας το «κουκουρουκουκουσουπίτσα κουκουρουκουκουγιαχνί» ενώ πέφταν οι μπανάνες, πέφταν οι χουρμάδες, πέφταν οι καρύδες, φεύγαν οι βδομάδες, φεύγανε οι μήνες και τα βάσανα, πλάκωναν λιακάδες, πλάκωναν τυφώνες, στρείδια, και γαρίδες και η χορωδία Τυπάλδου λίκνιζε τις φούστες της από φοινικόφυλα υπό τους ήχους της χαβάγιας και του γιουκαλίλι δίπλα στο κύμμα, σε πλήρη αντίθεση με το Νικηφόρο, το Διγενή και το γιο της ¨Αννας της Κομνηνής που χόρευαν τσάμικο την ίδια στιγμή σε κάποια βουνοραχούλα.

Στο απέναντι καφενείο τέσσερις συνταξιούχες είχαν διακόψει την πρέφα τους και παρατηρούσαν αυτό τον αξιοπερίεργο τύπο που κρατούσε στο χέρι αυτή την υπέροχα λεία, σαγηνευτική, λαχταριστή, τροφαντή, μεγαλοπρεπών διαστάσεων, αρχοντική μαλαπέρδα, έτοιμη να πυρπολήσει, να εμβολίσει και να εκπορθήσει.

Μόλις τις είδε, εκείνες σήκωσαν τα ποτήρια τους και ήπιαν στην υγειά του, αναφωνώντας  «η πραγματικότητα είναι μια παραίσθηση που οφείλεται στην έλλειψη του αλκοόλ» γλύφοντας αχόρταγα τα λουσμένα σαμπάνια χείλη τους.

Ο Μπάμπης, που δεν είχε ούτε καν ακουστά τον Τσαρλς Μπουκόφσκι, σάστισε, τσιμπήθηκε, κοκκίνησε από ντροπή αλλά στο τέλος σήκωσε τις κάλτσες Varisan Lui, ανασηκώθηκε, τράβηξε προς τα κάτω το άσπρο μπλουζάκι με το λογότυπο ΒΙΒΕΧΡΩΜ, μύρισε την καμφορά από τη μασχάλη του και πλησίασε με αποφασιστικότητα το τσόχινο τραπέζι.

«Πρώτα» φώναξε η μελαχροινή. «Δεύτερα» πετάχτηκε η καστανή δίπλα της. «Τρίτα» τους αντιγύρισε η κοκκινομάλα κι οι άλλες δύο πήγαν πάσο. Η ξανθιά της παρέας που τεμπέλιαζε, ζαχάρωνε το Μπάμπη με τα γαλανά της μάτια. «Καλώς ήρθες στο νησί μας ξένε» τον προϋπάντησε, σηκώθηκε από την καρέκλα της και τον έπιασε από το μπράτσο. Εκείνος μουγγάθηκε, δέθηκε η γλώσσα του φιόγκο, ξεροκατάπιε, έβγαλε κάτι άναρθρες κραυγές και μετά σώπασε για να ακούσει (είναι γνωστό ότι κανένας άντρας δε μπορεί να κάνει δύο πράγματα ταυτόχρονα) την ξανθιά να του εξιστορεί.

Ο νούς της ξανθιάς έτρεχε προς τα περασμένα, τα βράδυα της τ’αγαπημένα στην αραπιά όπου είχε περάσει τα πιο χορτασμένα από σεξ χρόνια της ζωής της. «Η συνεύρεση στη ζούγκλα έχει άγρια ομορφιά, εξάπτει τη φαντασία, προσδίδει ένα ζωώδες ύφος στην ορμή, οδηγώντας σε πρωτοφανή ερεθισμο, διόγκωση της κλειτορίδας και τελικά οργασμό» μονολογούσε η ξανθιά ενώ ο Μπάμπης, που στο σχολείο δεν έπαιρνε όχι μόνο τα γράμματα αλλά και τους αριθμούς, δεν καταλάβαινε ούτε τα μισά από αυτά που έλεγε η ξανθιά. Κι ούτε καν ήξερε αν είναι τα μισά γιατί διαίρεση δεν είχε μάθει να κάνει ποτέ του. Η διαίσθησή του όμως, που όπως αποδεικνύεται είναι ανώτερη από κάθε γνώση,  του έλεγε ότι θα γαμήσει. Και είχε δίκιο.

Δεν πέρασε ένα τέταρτο από τη στιγμή που άρχισε το λογύδριο η ξανθιά και τσούκου τσούκου είχαν φτάσει  σε ένα απομονωμένο θαμνώδες και ακανθώδες μέρος του νησιού που έμοιαζε απάτητο. Μέχρι να καταλάβει ο Μπάμπης πού βρισκόταν, η σπερμοδιψής ξανθιά τον είχε ήδη ξεβρακώσει κι είχε γονατίσει μπροστά του και, για την ακρίβεια της θέσης, μπροστά από την υπέροχα λεία, σαγηνευτική, λαχταριστή, τροφαντή, μεγαλοπρεπών διαστάσεων, αρχοντική μαλαπέρδα, που ήταν έτοιμη να πυρπολήσει, να εμβολίσει και να εκπορθήσει. Ο Μπάμπης, που μπορεί να μην είχε ξαναβρεθεί σε αυτή τη θέση ποτέ στη ζωή του, αλλά είχε ξενυχτήσει όλες τις νύχτες της ζωής του παρακολουθώντας φιλμνέτ μετά τη μία τα μεσάνυχτα, άρπαξε την ξανθιά από το μαλί και της την έβαλε στο στόμα.

Στο καφενείο, η κοκκινομάλα σημείωνε τα καπίκια που της χρωστούσαν η μελαχροινή κι η καστανή, αλλά το μυαλό και των τριών ήταν στην υπέροχα λεία, σαγηνευτική, λαχταριστή, τροφαντή, μεγαλοπρεπών διαστάσεων, αρχοντική μαλαπέρδα του Μπάμπη που ήταν έτοιμη να πυρπολήσει, να εμβολίσει και να εκπορθήσει τις χάρες κάποιας άλλης…

4 σχόλια »

  1. Δεν υπαρχεις!

    Σχόλιο από JIM — Μαΐου 2, 2010 @ 8:38 μμ | Απάντηση

  2. αροστι

    Σχόλιο από Ανώνυμος — Μαΐου 4, 2010 @ 7:50 μμ | Απάντηση

  3. ti pineis kai de mas dineis????

    Σχόλιο από marina — Μαΐου 24, 2010 @ 6:17 μμ | Απάντηση

  4. Απόσπασμα από τον τουριστικό οδηγό της Λήμνου :
    «Η συνέχεια του μύθου λέει πως, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Θόαντα, οι Λήμνιες παραμέλησαν τη λατρεία της Αφροδίτης. Γι αυτό η Θεά τις τιμώρησε με δυσοσμία, με αποτέλεσμα οι άνδρες να τις αποφεύγουν και να φέρνουν γυναίκες από τη Θράκη. Τότε οι Λημνιές αποφάσισαν να εξοντώσουν όλους τους άντρες του νησιού. Γλύτωσε μόνο ο Θόας, τον οποίο έκρυψε η θυγατέρα του, η Υψιπύλη, η οποία τον διαδέχτηκε στο θρόνο.
    Την εποχή της λειψανδρίας, πέρασαν από τη λίμνο οι Αργοναύτες στο ταξίδι τους προς την Κολχίδα. Αρχικά, οι Λημνιές αρνήθηκαν να τους επιτρέψουν να αποβιβαστούν. Τελικά, μετά από διαπραγματεύσεις, συμφωνήθηκε να αποβιβαστούν υπό τον όρο ότι θα ικανοποιήσουν όλες τις στερημένες γυναίκες, ανεξαρτήτως ηλικίας και εμφάνισης. Οι Αργοναύτες έμειναν αρκετά χρόνια στο νησί και άφησαν πολλούς απογόνους δημιουργώντας μια νέα γενιά κατοίκων.»

    Περιττό να σας πω πως μου έπεσε ο οδηγός από τα χέρια. Πρέπει να είμαι μετενσάρκωση κάποιου ιστορικού της αρχαιότητας!

    Αυτό είναι για όσους κατά καιρούς με αποκαλούν άρρωστη!

    Σχόλιο από sakafiora — Ιουνίου 20, 2010 @ 4:33 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: