Sakafiora

Μαΐου 3, 2010

Ο Μπάμπης ο Ταμιφλού και η νήσος των ζωντοχήρων (άσμα ηρωικό και εύθυμο για το χαμένο 13o και 14ο μισθό) – PART II (of II)

Filed under: Τσοντοσενάρια — sakafiora @ 8:26 πμ

Περίληψη προηγούμενου : Ο στερημένος μικροτσούτσουνος Μπάμπης τρώει ένα κουκί και μετατρέπεται σε μεγαλοτσούτσουνο Ξαφνικά βρίσκεται σε ένα νησί όπου αποπλανάται από μια ξανθιά.

Αυτό το νησί ήταν, πριν από πολλά χρόνια, ένα νησί σαν όλα τα άλλα.

Άντρες και γυναίκες ξυπνούσαν το πρωί και πήγαιναν στις δουλειές τους ενώ τα παιδιά τα φιλούσαν Αλβανίδες και Ρουμάνες παραμάνες.

Και δώστου χτιζόντουσαν βίλες και δώστου χτιζόντουσαν ενοικιαζόμενα, κι όλοι είχαν σκοπό να δουλέψουν λίγα χρόνια και μετά να σταματήσουν και να χαίρονται τα κέρδη και το καθισιό, αλλά δώστου και δούλευαν λίγο ακόμα για να χτίσουν μεγαλύτερες βίλες και περισσότερα ενοικιαζόμενα ώστε αργότερα να κάθονται βγάζοντας μεγαλύτερα κέρδη. Κι όταν το κατάφερναν κι αυτό έλεγαν ότι θέλουν λίγο ακόμη και λίγο ακόμη και μετά πάθαιναν καρκίνο και καρδιά και πεθαίναν και τους κλαίγανε οι υπόλοιποι που συνέχιζαν να κάνουν το ίδιο και να πεθαίνουν το ίδιο και να τους κλαίνε οι υπόλοιποι το ίδιο.

Όλη αυτή η αδιάκοπη τρεχάλα πίσω από τα λεφτά, τις βίλες, τα ενοικιαζόμενα, τα νοσοκομεία και τελικά τις κηδείες δεν άφηνε καθόλου χρόνου και όρεξη για σεξ.

Αυτό όμως παρέβαινε τους νόμους της φύσης κι ως γνωστόν η φύση εκδικείται.

Έτσι, μια ωραία πρωία, οι γυναίκες του νησιού ξύπνησαν κι είχε γυρίσει το μάτι τους. Άρχισαν να κυνηγάνε τους άντρες του νησιού με θήλαστρα για να αντλήσουν το πολύτιμο σπέρμα το οποίο αρνείτω επιμόνως να βγει με άλλο τρόπο από τις υπέροχα λείες, σαγηνευτικές, λαχταριστές, τροφαντές, μεγαλοπρεπών διαστάσεων, αρχοντικές μαλαπέρδες των κατοίκων, οι οποίες όμως δεν ήταν καθόλου έτοιμες να πυρπολήσουν, να εμβολίσουν και να εκπορθήσουν.

Οι άντρες του νησιού αρχικά έτρεχαν πανικόβλητοι, όσοι πιάνονταν ξεζουμίζονταν μέχρι τελευταίας ρανίδος, όσοι κατάφερναν να μπουν σε πλοία έφευγαν κι έτσι στο νησί δεν έμεινε άντρας ζωγραφιστός. Οι γυναίκες έμειναν σε έξαλλη κατάσταση και ο έξω κόσμος επέβαλε εμπάργκο στο νησί που το αποκαλούσε «νησί του λυκόφωτος» αφού οι θηλυκές κάτοικοι παρομοιάζονταν με βαμπίρ. Κι η αλήθεια είναι πως όπως οι βρυκόλακες ζούσαν απέθαντοι μια ζωή γεμάτη δίψα για αίμα χωρίς να τους χαρίζεται ποτέ η ηρεμία του θανάτου και του τέλους, έτσι κι οι νησιώτισσες ζούσαν ολόκαυλες μια ζωή γεμάτη δίψα για σπέρμα χωρίς ποτέ να τους χαρίζεται ο οργασμός.

Ο Μπάμπης, που δεν είχε ακούσει ποτέ πριν γι αυτό το νησί, βρισκόταν ήδη στον τρίτο γύρο ικανοποίησης του ξανθού βαμπίρ, το οποίο σε μια προσπάθεια εκμαίευσης άγριου σεξ είχε αποκαλύψει στο Μπάμπη ότι ονομάζεται Άγκελα. Το αποτέλεσμα ήταν άμεσο αφού η υπέροχα λεία, σαγηνευτική, λαχταριστή, τροφαντή, μεγαλοπρεπών διαστάσεων, αρχοντική μαλαπέρδα, έτοιμη να πυρπολήσει, να εμβολίσει και να εκπορθήσει ήταν τώρα στα σκέλια της κι αυτή είχε πέσει στα τέσσερα βογκώντας από ευχαρίστηση.

Ο Μπάμπης, όχι μόνο είχε χάσει το 13ο και 14ο μισθό του αλλά είχε μάθει πως δε θα ανανεωθεί η σύμβασή του και δε θα μονιμοποιηθεί ποτέ. Η ανικανότητά του να κάνει οτιδήποτε άλλο εκτός από το να κάθεται στο γραφείο του στο δήμο διαβάζοντας «Φίλαθλο» και παίζοντας στοίχημα, σε συνδιασμό με την απουσία πτυχίου αλλά και οποιασδήποτε γενικής γνώσης, έφτανε να τον πείσει για ένα μέλλον γεμάτο αβεβαιότητα.

Η ιδέα και μόνο πως θα περνούσε τη ζωή του με την κυρα-Μαριγώ να τον κυνηγάει κι αυτός να την παίζει κρυφά κάτω από το πάπλωμα, έφτανε για να διατηρήσει τη στύση της υπέροχα λείας, σαγηνευτικής, λαχταριστής, τροφαντής, μεγαλοπρεπών διαστάσεων, αρχοντικής μαλαπέρδας, που ήταν έτοιμη να πυρπολήσει, να εμβολίσει και να εκπορθήσει την ξανθιά βαμπίρ, μετατραπόμενη στα μάτια του Μπάμπη σε Μέρκελ, από πίσω.

Η κοκκινομάλα άφησε κάτω το στυλό όλο νεύρα. Κοίταξε τις υπόλοιπες κι είδε το σαλάκι που έτρεχε από τα στόματά τους κι έσταζε από τα σαγόνια τους στο πάτωμα. Αποφάσισε να τρέξει. Ήξερε καλά πως όποια έφτανε πρώτη θα χαιρόταν την υπέροχα λεία, σαγηνευτική, λαχταριστή, τροφαντή, μεγαλοπρεπών διαστάσεων, αρχοντική μαλαπέρδα, κι ίσως να ήταν η πρώτη (μετά την ξανθιά) που θα ήταν έτοιμη να πυρποληθει, να εμβολιθεί και να εκπορθηθεί.

Ο Μπάμπης αρχικά ξαφνιάστηκε όταν είδε να μαζεύεται στη μικρή ζούγκλα όλος ο γυναικείος πληθυσμός του νησιού με στόχο αρχικά να θαυμάσει και κατόπιν να γευτεί την υπέροχα λεία, σαγηνευτική, λαχταριστή, τροφαντή, μεγαλοπρεπών διαστάσεων, αρχοντική μαλαπέρδα, έτοιμη να πυρπολήσει, να εμβολίσει και να εκπορθήσει. Μετά όμως, αφυπνισμένος από τις τσόντες και διαθέτοντας αστείρευτες αποθήκες/αρχίδια σπέρματος μετά από τόσα χρόνια στέρησης, αποφάσισε να τις ικανοποιήσει όλες.

Εκείνες έπεσαν πάνω του, άγαρμπα στην αρχή, αλλά με ρέγουλα στη συνέχεια.

Έφτιαξαν δελτία σπέρματος και τηρούσαν σειρά προτεραιότητας.

Ο Μπάμπης κρατούσε ένα ημερολόγιο με τις ορέξεις της κάθε μιας και ικανοποιούσε τα αιτήματα ενώ μια γραμματέας βαμπίρ σημείωνε σε ένα εξέλ τα απαιτούμενα και τα εκτελεσθέντα, τα οποία δημιουργούσαν ένα πολύ ωραίο γράφημα το οποίο δημοσιευόταν στις σεξονομικές εφημερίδες του νησιού κι όλες οι κάτοικοι διάβαζαν και θαύμαζαν τη μείωση του περιβόητου (προ Μπάμπη) ελλείμματος στο σπερματικό ισοζύγιο του νησιού. Οι πιο αισιόδοξες μάλιστα υπολογίζοντας σε πλεόνασμα την επόμενη χρονιά επένδυαν ό,τι είχαν και δεν είχαν στο Μπάμπη που ανακυρήχτηκε ο σωτήρας του νησιού.

Στην κεντρική πλατεία στήθηκε ένα μοντέρνο γλυπτό που θύμιζε Γκαουντί και κατ’επέκταση την υπέροχα λεία, σαγηνευτική, λαχταριστή, τροφαντή, μεγαλοπρεπών διαστάσεων, αρχοντική μαλαπέρδα του Μπάμπη, έτοιμη να πυρπολήσει, να εμβολίσει και να εκπορθήσει, ενώ ο Μπάμπης άκουγε το όνομά του να υμνείται από χιλιάδες στόματα κάθε πρωί που έβγαινε στο μπαλκόνι για να τεντωθεί με την υπέροχα λεία, σαγηνευτική, λαχταριστή, τροφαντή, μεγαλοπρεπών διαστάσεων, αρχοντική μαλαπέρδα, έτοιμη να πυρπολήσει, να εμβολίσει και να εκπορθήσει, σε κοινή θέα.

Μπά-μπη, Μπά-μπη, Μπά-μπη – και του πετούσαν λουλούδια

Μπά-μπη, Μπά-μπη, Μπά-μπη – και του πετούσαν χαρτάκια με τα τηλέφωνά τους

Μπά-μπη, Μπά-μπη, Μπά-μπη – και του πετούσαν (οι πιο τολμηρές) προφυλακτικά με διάφορες γεύσεις

Μπά-μπη, Μπά-μπη, Μπά-μπη…. Μπάμπη, σήκω παιδάκι μου να πας στη δουλειά, μια ώρα φωνάζω. Δεν πιστεύω να έτρωγες κρυφά κουκιά πάλι?

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: